ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΑΗΣ · ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ

Ανακοίνωση Δημητρίου Φάη στο 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας

Φάης, Δ. (2018). Η έννοια της Κατασκευής στο έργο «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη

 Στο έργο «Ισχύς και Απόφαση» ο Παναγιώτης Κονδύλης διατυπώνει μια γενική θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κοσμοεικόνες των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων, καθώς και τα ιδεώδη τους. Αυτό γίνεται με άξονα την ανάλυση δύο θεμελιωδών εννοιών, δηλαδή των εννοιών «ισχύς» και «απόφαση». Για τον Παναγιώτη Κονδύλη Απόφαση είναι «η πράξη ή η διαδικασία αποκοπής, ή αποχωρισμού, από την  οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί  την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για αυτοσυντήρηση. […] Καθώς όμως ο αγώνας για αυτοσυντήρηση είναι παράλληλα αγώνας για κοινωνική ισχύ, τελικά η κάθε απόφαση εγείρει αξιώσεις ισχύος της κοσμοεικόνας που δομεί το υποκείμενο έναντι του αντικειμενικά υπαρκτού». Εφόσον, όπως έδειξε ο J. Piaget, δεν γίνεται να υπάρχει δομή χωρίς προηγούμενη κατασκευή είτε αφηρημένη είτε γενετική, η κοσμοεικόνα μπορεί να νοηθεί μόνο ως κατασκευή του υποκειμένου το οποίο αποφασίζει.

Στις σύγχρονες επιστημολογικές αναζητήσεις η έννοια της κατασκευής κατέχει προεξέχουσα θέση. Πρώτα από όλα πρέπει να τονιστεί ότι ο όρος «κατασκευή» σημαίνει ταυτόχρονα το δομημένο αποτέλεσμα αλλά και την διαμορφωτική διαδικασία. Επομένως μέσω της έννοιας «κατασκευή» η δομή και η δόμηση, συγχωνεύονται σε μια αδιάσπαστη ολότητα. Η έννοια της Κατασκευής στη γενική της μορφή περιγράφει κάθε σύνολο δράσεων που μετασχηματίζουν ένα σύνολο οντοτήτων από μια δομή αφετηρίας σε μια δομή άφιξης. Μια Κατασκευή εξελίσσεται και βελτιστοποιείται με συνεχείς ανατροφοδοτήσεις. Στη θεωρία της Κατασκευής υπάρχουν δύο διακριτά αλληλοεπιδρώντα μέρη, το ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο που μορφοποιεί-κατευθύνει την κατασκευή και το πεδίο έδρασης μέσα στο οποίο η κατασκευή δηλοποιείται και αντικειμενοποιείται. Στο πλαίσιο μιας Κατασκευής η δράση του υποκειμένου δεν είναι ποτέ τυχαία αλλά συνδέεται άμεσα με την συνολική εξέλιξη της Κατασκευής. Αν πίσω από κάθε κατασκευαστικό ενέργημα κρύβεται μια απόφαση είτε προειλημμένη –ως κατασκευαστική απαίτηση- είτε καινοφανής –ως κατασκευαστική καινοτομία- τότε η έννοια της απόφασης συνδέεται θεμελιωδώς με κάθε μορφή κατασκευής.

Για τον Κονδύλη «η κοσμοθεωρητική κατασκευή που παράγεται από μια απόφαση αποτελεί ένα τμήμα του αντικειμενικά υπαρκτού». Αυτό το αντικειμενικά υπαρκτό είναι πάντοτε οργανικό μέρος του πεδίου υλοποίησης κάθε κατασκευής, το οποίο θέτει τις κανονιστικές παραμέτρους και που για τον Κονδύλη ανήκει στην κατηγορία του «εχθρού», ως εκείνο που θέτει φραγμούς στις αξιώσεις ισχύος του υποκειμένου.

Εφόσον η κοσμοεικόνα για τον Κονδύλη έχει δομή και είναι μια μορφή κατασκευής, η οποία συγκροτείται με την βούληση του υποκειμένου, τότε οι κοσμοεικόνες πρέπει να υπάγονται στους ίδιους νόμους και αρχές που διέπουν μια οποιαδήποτε κατασκευή. Έτσι αυτές οι κοσμοεικόνες δεν μπορεί να ξεκινούν ποτέ από το μηδέν, δεδομένου ότι η πρωταρχική δομή τους συγκροτείται από εξωτερικούς παράγοντες του κοινωνικού περιβάλλοντος που δεν ελέγχονται από το υποκείμενο της  απόφασης. Θέτοντας το διαφορετικά, οι κοσμοεικόνες πρέπει να θεωρούνται κατασκευές εν εξελίξει, όπως περίπου μια πόλη, οικοδομήματα που χτίζονται ατελεύτητα πάνω σε υπάρχουσες δομές, χωρίς ποτέ να μπορούν να αγνοήσουν τον δομημένο χώρο στον οποίο καλούνται να επέμβουν.  (Οι κοσμοεικόνες λειτουργούν ως πρωτόλεια πεδία έδρασης των ατομικών και συλλογικών κοσμοεικόνων-κατασκευών. Το υποκείμενο δεν μπορεί να τις αγνοήσει στο μέτρο που ένας γλύπτης δεν μπορεί να αγνοεί την φύση του υλικού από το οποίο μορφώνει το γλυπτό του).

Κάθε δημιουργική διαδικασία ξεκινά με μια επιθυμία που ενεργοποιεί τον σκοπό. Στη συνέχεια ο νους δημιουργεί μια ενορατική παράσταση του σκοπού η οποία συναρτάται στην κοσμοεικόνα του υποκειμένου. Έτσι η επιθυμία διευρύνοντας την κοσμοεικόνα δημιουργεί μια διαφορά δυναμικού μεταξύ κοσμοεικόνας και πραγματικότητας. Η εκδήλωση κάθε νοητικής πρόθεσης, ή ενόρασης, πρέπει αποφασιστικά να διαβεί το κατώφλι του υλικού κόσμου και μετασχηματίζοντας την ύλη να κινηθεί προς την πραγμάτωσή του σκοπού που το υποκείμενο-δημιουργός έθεσε. Τότε και μόνον τότε το υποκείμενο αιτείται αξίωση ισχύος. Μόνον η εκτέλεση αποδεικνύει την απόφαση. Ως εκεί δεν είναι παρά μια πρόθεση που μπορεί να αλλάξει. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επιθυμία, ο σκοπός, και η απόφαση που τα δηλοποιεί, παραμένουν για πάντα εγκλωβισμένα στον νου του υποκειμένου που βιώνει την επιθυμία, δημιουργώντας έναν ατέρμονα εσωτερικό μετασχηματισμό που δεν επιφέρει καμία βουλητική μεταρρύθμιση στον εξωτερικό κόσμο. Επομένως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την πραγμάτωση κάθε πρόθεσης ή επιθυμίας από το υποκείμενο της απόφασης, είναι η ενεργοποίηση μιας αλυσίδας δράσεων και πράξεων. Γι’ αυτό ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του γράφει ότι  «Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της». Αυτός ο αφορισμός του Καζαντζάκη συνιστά μια κατάφαση του ορατού κόσμου, ένα εμβάπτισμα του πνεύματος στον κόσμο της ύλης και των συμπαντικών νομοτελειών.

Σύμφωνα με τον Κονδύλη, «όποια φι­λοσοφία προασπίζει την αντικειμενικότητα ή έστω τη γενική δεσμευτικότητα των κανονιστικών αρχών και των αξιών είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει πλατωνι­κά στοιχεία, αδιάφορο με ποια μορφή και σε ποια δοσολογία». Με μια τέτοια θεώρηση, εφόσον κάθε ανθρώπινο ενέργημα μετασχηματίζει πρωτογενώς την πραγματικότητα κατασκευάζοντας νέες μορφές, τότε κάθε απόφαση η οποία προηγείται του ενεργήματος, καλείται εκ των πραγμάτων να ενσωματώσει έναν ελάχιστο αριθμό κανονιστικών αρχών ακόμα και με την μορφή των νομοτελειών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ολοκλήρωση κάθε κατασκευής σε δεδομένο πεδίο εφαρμογής. Επομένως με μια τέτοια προσέγγιση η πλατωνική θεώρηση του Κόσμου καθίσταται αναγκαία και ικανή συνθήκη για την υλοποίηση οποιασδήποτε κατασκευής.

Από την άλλη, όμως, κάθε τέτοια παραδοχή αφήνει ανοικτό το ζήτημα προέλευσης κάθε έμπνευσης, ή ενορατικής σκέψης και ακολούθως απόφασης, μέσω της οποίας εξελίσσονται οι  ανθρώπινες κατασκευές όταν βρίσκονται εκτός κανονιστικού συστήματος. Από την άλλη αν μια απόφαση πρέπει κατανάγκη να ληφθεί από εξωσυνταγματική θέση, τότε, είτε πρέπει να είναι τυχαία οπότε στερείται οποιασδήποτε αντικειμενικότητας και επομένως αξίωσης ισχύος, είτε πρέπει να υπακούει σε ένα άγνωστο σύστημα κανόνων-νομοτελειών, η ύπαρξη του οποίου και μόνον καταργεί κάθε έννοια ελευθερίας και μετατρέπει το σύμπαν σε ένα κλειστό αιτιοκρατικό σύστημα.

Ο Κονδύλης διακρίνει δύο θεωρίες αποφάσεων: τη στρατευμένη και την περιγραφική. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω θεωριών βρίσκεται στο ότι η περιγραφική θεωρία της απόφασης, ως αξιολογικά ελεύθερη, δεν υπάγεται σε καμία κανονιστική αναγκαιότητα.  Αν πεδίο εφαρμογής της στρατευμένης ή κανονιστικής θεωρίας της απόφασης είναι κάθε συστηματική κατασκευή του ανθρώπου, τότε προκύπτει το ερώτημα: ποιο μπορεί να είναι το πεδίο εφαρμογής μιας θεωρίας όπως η περιγραφική θεωρία της απόφασης που εξαρχής απορρίπτει κάθε κανόνα ή συστηματική γνώση;

Μια απόφαση μπορεί να βρίσκεται εκτός κανονιστικού συστήματος σε δύο γενικές περιπτώσεις: είτε στην έναρξη ενός κατασκευαστικού κύκλου όταν το υποκείμενο βρίσκεται στο χώρο της έμπνευσης που ελέγχει τις πρώτες προσπάθειες μορφοποίησης της πρωταρχικής επιθυμίας η οποία κινεί την κατασκευαστική διαδικασία, είτε σε κάθε θέση βελτιστοποίησης της κατασκευαζόμενης δομής ως αποτέλεσμα ανατροφοδότησης. Σε αυτές τις γενικές περιπτώσεις ανάγεται και η περίπτωση της αδυναμίας ενός υποκειμένου να ανακατασκευάσει κάτι λόγω τεχνικής ανεπάρκειας. Επομένως η απουσία κανόνων, η μη γνώση των κανονιστικών αρχών, είτε μια κατασκευαστική αστοχία καταδεικνύουν κανονιστικό έλλειμα, το οποίο εξ’ ορισμού δεν μπορεί να επιλυθεί κανονιστικά, εκτός και αν, όπως αναφέραμε, υπάρχουν άγνωστοι νόμοι δημιουργίας κανόνων, οπότε βρισκόμαστε apriori σε ένα πλατωνικό σύμπαν όπου κυριαρχείται από καθολικές νομοτελειακές δεσμεύσεις οι οποίες ακυρώνουν κάθε έννοια ελευθερίας ή δημιουργικότητας. Επομένως το πεδίο εφαρμογής της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης περιορίζεται μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου το υποκείμενο έχοντας γνωστικό έλλειμα κανόνων δεν γνωρίζει την ορθή απόφαση για την συνέχεια της κατασκευαζόμενης δομής.

Το εγγενές πρόβλημα που εγείρει η περιγραφική θεωρία, όπως επισημαίνει ο Κονδύλης, είναι ότι «η αξιολογικά ελεύθερη περιγραφική θεωρία της απόφασης δεν εγείρει αξιώσεις ισχύος και επομένως δεν έχει να προτείνει τίποτα στους ανθρώπους σχετικά με το πώς να διαμορφώσουν  τη ζωή τους».  Διατυπωμένο διαφορετικά, το εγγενές πρόβλημα της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης βρίσκεται στη σχέση μεταξύ αναδυόμενης επιθυμίας του υποκειμένου και της αναγκαίας –απαιτούμενης- δράσης  προς την πραγμάτωσή της. Για παράδειγμα αν κάποιος δεν γνωρίζει σχέδιο και θέλει να ζωγραφίσει ρεαλιστικά ένα πρόσωπο σε ένα λευκό χαρτί, καμία αξιολογικά ελεύθερη θεωρία δεν μπορεί να του δώσει κατασκευαστική διέξοδο στην αμηχανία της απραξίας. Τότε η γνωστική ανεπάρκεια μοιάζει να μετασχηματίζεται σε ανυπέρβλητη αναγκαιότητα, καθώς η ίδια η γνωστική ανεπάρκεια στερεί από το υποκείμενο την όποια ελευθερία έκφρασης-δράσης προς την πραγμάτωση του σκοπού. Βάσει των προηγουμένων, το πεδίο εφαρμογής της  περιγραφικής θεωρίας της απόφασης περιορίζεται ακόμα περισσότερο και μοιάζει να συνδέεται μόνο με την περιοχή της ενεργοποίησης του σκοπού.

Αν ο άνθρωπος, όπως πρότεινε ο Σάρτρ, είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος αυτό συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος γνωρίζει εκ των προτέρων ότι μπορεί να επιλέγει ο ίδιος μεταξύ ισοπίθανων συμβάντων, ή ιδεών, φτάνοντας να επιλέγει και να προσδιορίζει την ίδια την ουσία του αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Πως γίνεται όμως να είμαι ελεύθερος τη στιγμή που θέλω κάτι αλλά δεν ξέρω πως να το αποκτήσω λόγω τεχνικής ανεπάρκειας, ή έλλειψης γνώσης που θα μου επιτρέψει να επιλέξω με βεβαιότητα την ορθότερη μεταξύ των ισοπίθανων δράσεων προς την πραγμάτωση του σκοπού;

Σύμφωνα με τις νεότερες επιστημολογικές προσεγγίσεις, εφόσον ο σκοπός μιας διαμορφωτικής διαδικασίας έχει οριστεί παραμετρικά, η διαδικασία δοκιμής και σφάλματος (trial and error process) επαρκεί ώστε με συνεχείς βελτιστοποίησεις η κατασκευή να εξελίσσεται προς την αποπεράτωσή της. Άλλωστε εφόσον οι ισοπίθανες διαδρομές επίλυσης ενός εξελικτικού ζητήματος είναι πεπερασμένες και οριοθετημένες παραμετρικά, ο κατασκευαστής-δημιουργός ακόμα και αν δεν επιλέξει κάθε φορά την απολύτως ορθότερη επίλυση με την διαίσθησή του, δύσκολα θα βρεθεί σε περιοχή εξαιρετικά δυσμενέστερη από αυτή που προκάλεσε την ανατροφοδότηση. Επομένως σε κάθε περίπτωση όταν ο κατασκευαστής βρεθεί σε εξωσυνταγματική περιοχή και με δεδομένο ότι το προς επίλυση πρόβλημα τίθεται έξωθεν, δεν αποφασίζει ελεύθερα δεδομένου ότι η ελευθερία δεν μπορεί να συνδέεται με καμία αναγκαιότητα, φόβο ή προσδοκία επιτυχίας ή ευστοχίας, θέσεις που προϋποθέτουν κανονιστική θεώρηση της πραγματικότητας. Κάθε τέτοια περίπτωση κατασκευής υπάγεται πάντοτε στην πλατωνική θεώρηση του Κόσμου. Η μόνη εξαίρεση μπορεί να είναι ότι το υποκείμενο αναγνωρίζει στο πρόβλημα που ανέδειξε η ανατροφοδότηση μια νέα επιθυμία η οποία επαναφέρει την Κατασκευή σε μια νέα θεωρητική αφετηρία.  Αυτό οδηγεί σε μια συνεχή εναλλαγή στην θέαση του κόσμου μεταξύ της στρατευμένης και της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης, με την τελευταία να έχει αξία παραγώγου σε μια γραφική παράσταση.

Επομένως το πεδίο εφαρμογής που απομένει για την περιγραφική θεωρία της απόφασης περιορίζεται μόνο στην έναρξη κάθε νέου κατασκευαστικού κύκλου όπου εκδηλώνεται η Επιθυμία. Νομίζω ότι μόνο η στιγμή γένεσης της επιθυμίας μπορεί να υπάγεται στην περιγραφική θεωρία της απόφασης, καθώς το αμέσως επόμενο ενέργημα του υποκειμένου προς την πραγμάτωση της επιθυμίας, προκαλεί κατάρρευση της αξιολογικά ελεύθερης θεώρησης του κόσμου και την μετάπτωση σε ένα κανονιστικό σύμπαν, σε μια διαδικασία δράσεων και ανατροφοδοτήσεων μέχρι την περάτωση της επιθυμίας. Σε όλη αυτή τη διαδικασία υπάρχει ένα παράπλευρο όφελος: στη φάση της αποπεράτωσης της κατασκευαζόμενης δομής το υποκείμενο έχει φορτιστεί με την πλήρη γνώση του συστήματος κανόνων που υπαγορεύουν την συγκρότηση της δομής από την δομή αφετηρίας στην δομή άφιξης· στη γνώση αυτών των κανόνων και αλγορίθμων, όπως λ.χ. στην επικράτεια μιας Τέχνης, βρίσκεται μια νησίδα ελευθερίας, στην οποία μπορούμε να βρούμε καταφύγιο, από το χάος του κόσμου που μας περιβάλλει· στη γνώση μιας ακριβούς και επαναλαμβανόμενης ακολουθίας δράσεων βάσει κανόνων που οδηγούν σε ένα εκ των προτέρων γνωστό αποτέλεσμα. Αυτό είναι ισοδύναμο με το να δεχόμαστε ότι η παίδευση της μάθησης μιας Τέχνης μας επιτρέπει στη συνέχεια να κινούμαστε ελεύθερα μέσα σε ένα σύστημα κανόνων, με το υψηλό τίμημα, όμως, πως μόνο μέσα στο σύμπαν της συγκεκριμένης Τέχνης, θα βιώνουμε την συμβατική ελευθερία. Συμπερασματικά, ενώ η στιγμή της αναδυόμενης επιθυμίας βιώνεται από το υποκείμενο ως μια στιγμή ελευθερίας, εντούτοις δεν μπορεί να υπάρχει συνεχής ελεύθερη δράση χωρίς την ολοκληρωτική παραίτηση από κάθε επιθυμία. (Αφού όπως είδαμε μόλις αρχίσω να υλοποιώ μια επιθυμία αυτομάτως έρχομαι σε επαφή με το πεδίο έδρασης της κατασκευής μέσω της οποίας η επιθυμία θα πραγματωθεί, και επομένως εισέρχομαι στην κανονιστική θεώρηση του Κόσμου, με συνέπεια να παραδίδω μέρος της ελευθερίας μου στον βωμό της ίδιας μου της επιθυμίας).

Αν η αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση συνδέεται με την στιγμή της αναδυόμενης επιθυμίας, τότε μια τέτοια θεώρηση μπορεί να είναι μόνο αισθητική, αν δεχθούμε ότι η αισθητική θεώρηση πηγάζει από τις βαθύτερες κλίσεις και υπαρξιακές προσδοκίες του ατόμου. Η αισθητική θεώρηση είναι μια διαδικασία εναρμόνισης του συστήματος της κοσμοεικόνας μας με κάθε τι που τείνει να ενσωματωθεί στην δομή αυτής της κοσμοεικόνας. Και είναι, νομίζω, σαφές πως μια διαδικασία εναρμόνισης υπερβαίνει πάντοτε την λογική με πιο απτό παράδειγμα τη μουσική. Επομένως η αισθητική θεώρηση βιώνεται από το υποκείμενο ως εμπειρία μιας εναρμόνισης, ενός συντονισμού, και μόνο εκ των υστέρων επικυρώνεται από την λογική του. Ο Κονδύλης στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου Ισχύς και Απόφαση, μας εισάγει δυναμικά σε μια καθαρά αισθητική θεώρηση του κόσμου γράφοντας: «το περιεχόμενο της απόφασης το οποίο προσδιορίζει λεπτομερέστερα το Δέον και επιτάσσει στο υποκείμενο την συμπεριφορά του, επαφίεται λοιπόν, παρ’ όλη την επήρεια των αμυντικών μηχανισμών της κοινωνίας, στο γούστο του ίδιου αυτού υποκειμένου – και λέγοντας εδώ «γούστο» δεν εννοούμε αστάθμητες επίνοιες και αρέσκειες, αλλά τις βαθύτερες κλίσεις και προσδοκίες της ύπαρξης, δηλαδή κάτι πολύ σοβαρό, παρά το όσα υποδηλώνει η τρέχουσα σημασία της λέξης. Ακόμα και η απόφαση να μην υποκύψει κανείς στο άμεσο δέλεαρ του γούστου είναι ζήτημα («ανώτερου» ή «λεπτότερου») γούστου. Η διαφορά έγκειται απλώς στο αν κάποιος είναι διατεθειμένος να μετατρέψει ή όχι το γούστο του σε μια περισσότερο ή λιγότερο περιεκτική θεωρία για τον κόσμο και τον άνθρωπο».

Δημήτριος Φάης

Cancel Reply

*
*

closeButton
Δημοσιεύθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου, 2018
από Dimitrios Fais
στην κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Πατήστε εδώ για να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα IKOSTEEL

Πρόσφατα άρθρα

  • Πρoστατευμένο: imaginary cities
  • Πρoστατευμένο: House at Lagonisi
  • Αφιέρωμα της Athens Voice στη νέα κατοικία στην Ιπποκράτειο Πολιτεία
  • Αφιέρωμα του περιοδικού “Άνθρωπος + Χώρος” στην κατοικία στην Ιπποκράτειο Πολιτεία
  • Ανακοίνωση Δημητρίου Φάη στο Συνέδριο “Το Σύμπαν και οι Έλληνες”
  • Αρχική
  • Έργα
  • Bio
  • Επικοινωνία

© Copyright 2016 Webstation